βρεκτός

βρεκτός, ή, όν,
A soaked, Hippiatr.129.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βρεκτά — βρεκτός soaked neut nom/voc/acc pl βρεκτά̱ , βρεκτός soaked fem nom/voc/acc dual βρεκτά̱ , βρεκτός soaked fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρεκτῶν — βρεκτός soaked fem gen pl βρεκτός soaked masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρεκτόν — βρεκτός soaked masc acc sg βρεκτός soaked neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρεκτοῖς — βρεκτός soaked masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρεκτοῦ — βρεκτός soaked masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βρεκτή — βρεκτός soaked fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλίβρεκτος — ον (Α ἁλίβρεκτος) ο βρεχόμενος από θάλασσα, θαλασσόβρεχτος, αλίβροχος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἁλι * (< ἅλς) + βρεκτὸς < βρέχω] …   Dictionary of Greek

  • βρέχω — (AM βρέχω) 1. υγραίνω, μουσκεύω κάτι με νερό ή άλλο υγρό 2. (σε γ΄ πρόσ.) πέφτει βροχή («βρέχει», «βρέχει ο ουρανός», «ἔβρεξε Κύριος χάλαζαν, βροχήν») νεοελλ. 1. ραντίζω 2. πέφτω σαν βροχή 3. (για νήπια συνήθως) βρέχομαι κατουριέμαι 4. φρ. α)… …   Dictionary of Greek

  • βρεχτός — (AM βρεκτός) [βρέχω] βρεγμένος, μαλακός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.